Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012


ΤΟ ΝΕΡΟ

«Νερό της βροχής της συννεφιάς ανθάκια, να λούζεται  ο άκορφος κόσμος μας κι ωσάν Βαβέλ να χτίζεται ολημερίς και να γκρεμίζεται τα βράδια, αθώρητα».
Κομίζει κελαρυσμούς αθανασίας  όπως ζυγώνει με το μέρωμα της προαιώνιας μορφής,
Άηχες λέξεις αφήνοντας  σε ό,τι κι αν αγγίσει.
«Όποιος τους φθόγγους του νερού, δεν μπόρεσε να μάθει, άπραγος λόγος
Τον μετρά κι άπραγος δρόμους παίρνει»
Στο  πορθμείο της νηνεμίας ή της θύελλας 
Από πίδακες κι εξατμίσεις  αυτοεξορίζεται, συμπράττοντας σε χρώματα και σε άφαντες Διαδρομές – του σύννεφου η παραφορά, της γης ο άμωμος πλούτος.
Ύδωρ, προανάκρουσμα στις πτυχώσεις του χρόνου –για να λαλεί ο πετεινός και τρεις να μ’ Απαρνιέσαι, και να θωρώ από το φιλιατρό του πηγαδιού,
Tον Αρχάγγελο Ραφαήλ να μου γελάει.
Με νεύμα παλίντονο  σε γλώσσα γραμμική Α και
Σε αρχέγονη επιτομή η ετυμηγορία του, καθώς κινεί και αλφαδιάζει την εσχατιά των πόθων  
 – της δίψας το αντίδωρο  του νηστευτή το δέλεαρ.
«Με σώμα βαρκάκι κιβωτό κι ένα κομμάτι όνειρο, ήλθε το πλήρωμα του χρόνου
Για να δω, όλο τον κόσμο σε μια σταγόνα  στις χορδές του νερόλακκου»

Από την κοίτη του ανασύρονται τα λησμονημένα ερωτήματα του θανάτου
Και του υπάρχειν – όταν η κόρη της αυγής τους βοστρύχους της λούζει, ενώ την κυκλώνει
Η προσμονή του γυρισμού για ’κείνο  που περιμένει από τους ωκεανούς του διθυραμβικού Κύματος – με πολύχρωμους πανσέδες της παλίρροιας και με της άμπωτης
Τους  μεντεσέδες, ο υφαντής του φωτός με τον αργαλειό των αφρών αυτοσχεδιάζει, ενώ Από  πριν ξέρει το εκτόπισμά σου κι ότι αποστήθισες σε αμμοθύελλες και σε μοναξιάς Επεισόδια, σου το επιστρέφει ακέραιο.
Τορναδόρος σχημάτων, με την πυρίμαχη φορεσιά του αναμετράται με τις θύελλες – τα Ποταμόπλοια μυθολογούν τους δρόμους που χαράζει.
Διαλεκτική του Οδυσσέα και του Προμηθέα δεσμώτη στο σφυγμό του κύματος
Και του βράχου, στα έγκατα τού ακατάλυτου, από καταβολής του κόσμου απαστράφτει.
Ισοβίτης της σάρκας μελωδεί, με την κωμωδία και
Την τραγωδία των παρηχήσεων του βυθού και με τ’ αρχαία ναυάγια κι επί εδάφους.  
Έλασμα δρόσου στο ριζιμιό χαράκι και καβαλάρης, ακροβατεί  στο προπέτασμα σύννεφου,
Και στην άνυδρη ανάσα του βουνού.
Του  ασκητή η πέτρινη σκαλισμένη φούχτα του βράχου που εν ειρήνη λογχίζει
Με το αγίασμα τη θέαση των όρνεων.
Του Πόντιου Πιλάτου  το νίψιμο των χεριών του, ρέοντας αίμα
Σημάδι της αιώνιας καταδίκης του.
Των ελευσίνιων μυστηρίων το καθαρτήριο στον Ηριδανό ποταμό, στους μυημένους
Της ενόρασης και της θείας ενατένισης.
Η έλικα των φυγάδων από το ανεμοδαρμένο τόπο της Εδέμ.
Θησαύρισμα της ερήμου όπως αποκρίθηκε ο βεδουίνος στα βάθη του απόκοσμου,  με της Όασης το απέριττο και της Μαγδαληνής το δάκρυ. Της λίμνης το θέσπισμα στων Φαραώ τη Θεοκρατία, με του Νείλου την ιερότητα όπως αποπλέουν  οι φελούκες
Με τους κτίστες των άστρων .
Αναθρώσκει ο Αίσα  στου Ιορδάνη ποταμού το κέλευσμα.

Περίακτο της βουνοκορφής και λαμπύρισμα και περιαιρετό στις στέγες των σπιτιών, σε Μορφή κρυστάλλων από χέρι πρωτομάστορα θαρρείς, συμπράττει σε ανάγλυφες λουλουδένιες Εκφάνσεις, αχειροποίητες .
«Τα  νηπενθή των ροδαμνιών που κλαίνε μόνα τους τα βράδια, μάτι Θεού
Να μη τα δει ούτε η Βερενίκη, με τη νερένια φλέβα τους στάζουν δάκρυ ανθόνερου».
Νερά στο Κουρταλιώτικο φαράγγι πίνει
Ο σταυραετός κι ο γυρισμός στου ίσκιου τα γκονάρια  κι ο ναυαγός ταξιδευτής στις Αμμοθίνες  χαράζει βήμα και το λιβάδι ποσειδωνίας,
Του δίδεται ως η κολυμπήθρα των στεναγμών του.  
Όλβιος ο πρίγκιπας των κρίνων όπως θωρεί τον κόσμο μας από
Της πόλης την εντροπία, υγρά αποτυπώματα με τα πέλματά του αφήνει με κάθε ολόγιομο Φεγγάρι από την νοτισμένη  τοιχογραφία του ανακτόρου, να ευφραίνονται  τ’ ασημένια Φύλλα της ελιάς και της αμπέλου η ρίζα.
Της αμμωδίας ο αμνός τη φλέβα γλυκού νερού της θάλασσας, λάμνοντας αναζητά  στου Δία το νησί, και σα τη βρει, στο Νώε στέλνει μήνυμα με Ολόλευκο Περιστέρι, ν’ αλλάξει Ρότα και να ’ρθει τη γη να διαφεντεύσει.
Στην πύλη της Ιστάρ η Αμυίτις δάκρυα στάζει στο χώμα – κι ο Ναβουχοδονόσορ σκιάζεται
Τις νύχτες – ένα της δάκρυ κυλάει έως τον Ευφράτη, τότε το ποτάμι ξεχειλίζει τυλίγοντας
Τα τείχη της Βαβυλώνας. Όταν τα νερά κατακάθισαν, σμήνη πουλιών έριχναν σπόρους
Παραδεισένιων λουλουδιών, τη δυστυχία της να ξορκίσουν. Αμέσως φύλλα πέταξαν
Κι άνθισαν κι ευωδίασαν σε κρεμαστούς κήπους κι έζωσαν την πόλη, και τ’ αηδόνια στα Κλαριά πετούσαν  κελαηδώντας.   
Το μήνυμα το έλαβε ο ραβδοσκόπος του Σινά και το ραβδί του τον οδηγεί, στην καιόμενη Βάτο- για κρουνό νερού η γης μιλά- μα ποιος βαστά να την ξεριζώσει, που αντί γι’ αυτό που Πεθυμά λάβα θα βγει και θα τον κάψει.
Και το ανάκουσμα  φτάνει στ’ αφτί του μάντη της Φαιστού, για να μη ξοδεύουν τα νερά που Ξεδιψούν τα χαμολούλουδα και τα πουλιά, γιατί η θεά  Άρτεμις – όπως του παραγγέλνει – Βαριά κατάρα θα ρίξει επάνω τους.
Γιατί με τη σκιά του άλλου κόσμου, το σώμα συνορεύει, σκιά από νερό, στάχτη κι θειάφι,
Είναι ο άλλος εαυτός που να γυρίσει θέλει – και κρυφά νοιάζεται –
Στα μητρικά νερά, και τον κόσμο αυτό  ποτέ ξανά να μη τον αντικρίσει.
Κι αν ήταν χρέος κάποιου άλλου εαυτού του, η επί γης ποινή του, ας του δοθεί χάρη Σύντομα να τελειώσει
Και στις θάλασσες των Ουρανών να ταξιδεύει εσαεί.
«Ανοίγει δρόμους μέσα από το σώμα του και τους αρμούς του  ζωές αταξίδευτες
Σα ρούχο τους φορούν, ανάβοντας κερί στα βότσαλα,
Και προσδοκώντας όταν το δικό τους κύμα κοπιάσει για να τις πάρει, να ’ναι ψηλό σα το Βουνό, για να χαρούν τα ύψη».


1 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γειά σου φίλε Μαρίνο. Είσαι καλά; Πάει καιρός που δεν τα ΄παμε, κοίταξα ξανά τα ποιήματά σου, και τους στίχους σου, και μοιάζεις να 'χεις μήνες να αναρτήσεις...
Σε πήρα τηλέφωνο, μπας και τα λέγαμε λίγο - έχουμε καιρό - πριν 2- 3 μέρες και ξανά σήμερα πριν λίγο. Δεν σε βρήκα, κρίμα. Ελπίζω να μην πήρα το νούμερο από τον Μ. λάθος. Αν αναρωτιέσαι, δικό μου είναι αυτό που αρχίζει από 210. 990.
Να είσαι και να είσαι πάντα καλά.

Γιάννης Δελ.

Search

Φόρτωση...

Συνολικές προβολές σελίδας

Από το Blogger.

Aναγνώστες